
Μια πρώτη εκτίμηση για το που θα οδηγήσει η νομοθετική ρύθμιση που ανακοίνωσε την Παρασκευή το ΥΠΕΝ, παραθέτει ο πρόεδρος του ΣΠΕΦ Στέλιος Λουμάκης, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του energypress. Όπως αναφέρει:
Αναφορικά με τη ρύθμιση του υπουργείου περιβάλλοντος και ενέργειας για την αποζημίωση των έργων ΑΠΕ με συμβάσεις διαφορικής προσαύξησης (ΣΕΔΠ) στις περιπτώσεις μηδενικών χονδρεμπορικών τιμών και ανεξαρτήτως διάρκειας τους, πρόκειται για μία θετική εξέλιξη για τα εν λόγω έργα, η οποία τυγχάνει σύννομη και με το Ενωσιακό Δίκαιο.
Να διευκρινίσουμε επιπλέον πώς το ρεύμα που παράγεται υπό μηδενικές χονδρεμπορικές τιμές εννοιολογικά δεν ταυτίζεται με το ρεύμα που περικόπτεται λόγω της πλεονάζουσας δυναμικότητας, αφού το πρώτο χρειάστηκε να παραχθεί για να ικανοποιηθεί η ζήτηση ενώ το δεύτερο όχι. Δηλαδή με τη ρύθμιση του υπουργείου δεν καλούνται σε καμία περίπτωση οι καταναλωτές να πληρώσουν ρεύμα που δεν χρειάστηκε να παραχθεί. Αντίθετα θα κληθούν να πληρώσουν ρεύμα που κατανάλωσαν, στο κόστος παραγωγής του και που είναι φθηνότερο από των ορυκτών καυσίμων.
Με τη νέα ρύθμιση, ωστόσο, αναμένουμε προσεχώς σημαντική αύξηση των ωρών με αρνητικές τιμές στην θέση των μηδενικών, καθώς και των περικοπών απ’ τους ΦοΣΕ για την τήρηση των προγραμμάτων αγοράς ως προς την πλεονάζουσα ενέργεια χαρτοφυλακίων τους που έμεινε εκτός της DAM (Day Ahead Market).
Τούτο επειδή οι ΦοΣΕ που διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια ΑΠΕ με ΣΕΔΠ, αν υποβάλλουν offers στην DAM περιοριστικά σε μηδενικές ή θετικές τιμές εκμεταλλευόμενοι την νέα ρύθμιση ώστε να πληρώνονται οι πελάτες τους και όχι σε αρνητικές, τότε λόγω της υπερπροσφοράς ενέργειας και από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, συστηματικά μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου τους θα μένει εκτός αγοράς και θα πρέπει οι ίδιοι να το περικόπτουν ώστε να τηρείται το πρόγραμμα αγοράς. Αντίθετα αν χαρτοφυλάκια έργων με ΣΕΔΠ που όμως ανήκουν σε καθετοποιημένους ή PPAs παίκτες επιλέξουν να κάνουν offers σε αρνητικές τιμές -επειδή δεν τους επηρεάζουν, αποκτούν το τακτικό προβάδισμα να μπαίνουν αυτοί στην αγορά αφήνοντας τα υπόλοιπα χαρτοφυλάκια έργων ΣΕΔΠ με μηδενικό ή θετικό offer εκτός και έτσι να μην μοιράζονται μαζί τους τις περικοπές της πλεονάζουσας δυναμικότητας.
Επιπλέον των ανωτέρω η συνεχής προσθήκη νέας δυναμικότητας ΑΠΕ στο σύστημα και το δίκτυο, πιέζει περαιτέρω καθοδικά τις χονδρεμπορικές τιμές προς αρνητικό πρόσημο, γι’ αυτό και εκτιμούμε πως προσεχώς οι μηδενικές τιμές θα περιοριστούν.
Παρ’ όλα αυτά για να απαντήσουμε στο ερώτημα σας, αν τίποτα απ’ τα ανωτέρω δεν συνέβαινε, η αγορά συνολικά σταματούσε εδώ και οι συμμετέχοντες μέσω των ΦοΣΕ δεν άλλαζαν τις πολιτικές στα offers τους στην DAM, η ρύθμιση του ΥΠΕΝ με κάποιους πρόχειρους υπολογισμούς μας θα μπορούσε να κοστίσει στον ΕΛΑΠΕ κατά μέγιστο περί τα 100 έως 150 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Ένα τέτοιο ποσό μπορεί να αντληθεί από αύξηση της ποσόστωσης των δικαιωμάτων ρύπων που διοχετεύονται στον ΕΛΑΠΕ. Η ποσόστωση αυτή σήμερα είναι μόλις στο 9% επί του συνόλου, όταν το σύνολο τους υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως.
Αν μιλάμε για κάλυψη αποκλειστικά από το ΕΤΜΕΑΡ, η ρύθμιση του ΥΠΕΝ θα συνεπαγόταν μεσοσταθμική αύξηση του κατά περίπου 2 έως 3 ευρώ ανά MWh, ήτοι επιβάρυνση του μέσου καταναλωτή κατά 8 έως 12 ευρώ το χρόνο. Από την άλλη, ωστόσο, πλευρά αν πτωχεύσουν οι ρυθμιζόμενες ΑΠΕ, το κόστος που θα επωμίζονταν οι καταναλωτές απ’ το ολιγοπώλιο των καθετοποιημένων παικτών αλλά και των ορυκτών καυσίμων θα ήταν πολλαπλάσιο.
Καταλήγοντας, στις συνθήκες υπερδυναμικότητας που διανύουμε, πρέπει παράλληλα να προωθηθούν και δράσεις μονιμότερου χαρακτήρα, που δεν είναι άλλες από την μη προσθήκη περισσότερης ανανεώσιμης ισχύος και δη φωτοβολταϊκών στο σύστημα/δίκτυο, τουλάχιστον μέχρι να αρχίσει να αυξάνεται η ελεύθερη κατανάλωση που ασθμαίνει εδώ και 18 χρόνια, ταυτόχρονα με την επιτάχυνση της ένταξης συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας που θα μεταφέρουν μέρος του πλεονάσματος σε ώρες μη κορεσμένης ζήτησης.
